ἀπότμημα
ἀπότμημα, anything cut off, piece
ἀπό-τμημα, ατος, τό,
- anything cut off, piece, Hp. Art. 38, Gp. 1.14.12.
1 trozo, pedazo
πλεύμονος προβάτου
ἵππου ποταμίου τῆς δορᾶς ἀ.
εἰς ἀποτμήματα
del Mar Rojo dividido en dos partes
2 geom. segmento
τοῦ κύκλου
κώνου
ἀπότμημα, ατος (τὸ) morceau coupé, morceau, Hpc. 803f ; Geop. 1, 14, 12.
Étym. ἀποτέμνω.
ἀπότμημα, τό, der Abschnitt, Ausschnitt, Sp.