ἀσπαραγία Save LSJ Bailly 2024 ἀσπᾰραγία, ἀσπάραγος, ἀσπαραγωνία, v. sub ἀσφ-. *ἀσπαραγία, seul. att. ἀσφαραγία, ας (ἡ) [πᾰᾰγ] plant d’asperges, Th. H.P. 6, 4, 2. Étym. ἀσπάραγος.