ἀστράπιος Save LSJ Bailly 2024 Pape ἀστράπιος [ᾰ], ον, = ἀστρᾰπαῖος, Orph. H. 15.9, 20.5. ἀστράπιος, ος, ον [ᾰπ] c. ἀστραπαῖος, Orph. H. 14, 9. Étym. ἀστραπή. ἀστράπιος, = ἀστραπαῖος, Orph. H. 15.9, EM.