ἀστραγαλώδης
ἀστραγαλώδης, shaped like an ἀστράγαλος
ἀστρᾰγᾰλ-ώδης, ες,
- shaped like an ἀστράγαλος, Tz. H. 10.231.
semejante a una taba
ὀστάρια τινὰ ἀστραγαλώδη
ἀστραγαλώδης, ες, von der Gestalt des ἀστράγαλος, Sp.