ἀστραπηφόρος
ἀστραπηφόρος, lightning-bearing, flashing
ἀστρᾰπη-φόρος, ον,
- flashing, πῦρ E. Ba. 3.
1 traído por el relámpago
Σεμέλη λοχευθεῖσ' ἀστραπηφόρῳ πυρί
2 fulgurante ref. a los ángeles A.Pil.B 13.1.
ἀστραπη·φόρος, ος, ον [ᾰπ] qui porte des éclairs, Eur. Bacch. 3.
Étym. ἀστραπή, φέρω.
ἀστραπηφόρος, Blitze tragend, πῦρ Eur. Bacch. 2, Blitz.
ἀστραπηφόρος
φέρω
- lightning-bearing, flashing, Eur.