ἀστροβλέφαρος
ἀστροβλέφαρος, with starry eyes
ἀστρο-βλέφᾰρος, ον,
- with starry eyes, Orph. L. 672 (s.v.l.).
de ojos estrellados
βασιλεύς
ἀστροβλέφαρος, with starry eyes
de ojos estrellados
βασιλεύς