ἀστροβλησία Save LSJ Bailly 2024 Pape ἀστρο-βλησία, ἡ, prob. l. for -βολησία (q.v.). ἀστροβλησία, ας (ἡ) insolation, Th. C.P. 5, 9, 4. Étym. ἀστρόβλητος. ἀστροβλησία, ἡ, der Sonnenstich, Theophr.