ἄστρις
ἄστρις, ιος, ἡ,
- = ἀστράγαλος, Call. Fr. 238, 239:—also ἄστρῐχος, ὁ, Antiph. 92.
taba
δέκα δ' ἄστριας αἴνυτο λάτρον
ἄστρις, ιος (ἡ) osselet, Call. fr. 238, 239.
Étym. cf. ἀστράγαλος.
ἄστρις, ἡ, = ἀστράγαλος, Callim. frg. u. VLL ; Eusth. acc. plur. ἄστριας ἢ ἀστρίας, wie von ἀστρία od. ἀστρίας, vgl. Poll. 9.99.