ἀστροβολία
ἀστρο-βολία, ἡ,
- = ἀστροβολησία, Thphr. CP 5.9.2.
de plantas agostamiento Thphr.CP 5.9.2.
ἀστροβολία, c. ἀστροβλησία, Th. C.P. 5, 9, 2.
ἀστροβολία, ἡ, das Versengtsein durch die Sonne, Theophr.; auch ἀστροβολησία u. ἀστροβλησία.