ἀσυνείσφορος Save DGE Bailly 2024 ἀσυνείσφορος -ον que no contribuye εἰς οὐδὲν εἶδος τῆς ῥητορικῆς Rh.3.573.5. ἀ·συν·είσφορος, ος, ον, qui ne contribue en rien, Rhét. 3, 573 W. Étym. ἀ, σύν, εἰσφέρω.