ἀσυνδύαστος
ἀσυν-δύαστος [ῠ], ον,
- = ἀσύμπλοκος, Hsch.; = ἀσύζευκτος, Suid.
I
1 indivisible
τὸ ἓν ἀσυνδύαστον ἔχει τὴν σημασίαν
μονογενὲς παράδειγμα καὶ ἀσυνδύαστον πρὸς ἄλλην ἀρχήν
2 sin compañero
ἡ τρυγών
3 virginal
κυοφορία
II adv. -ως sin cópula, sin unión
οἱ ... γύπες ἀ. τίκτουσιν
ἀ·συνδύαστος, ος, ον, non accouplé, non uni, Bas.
Étym. ἀ, συνδυάζω.
ἀσυνδύαστος, ungepaart, unverbunden, Schol. Plat. 460.