ἀτμοειδής
ἀτμοειδής, vaporous
ἀτμοειδής, ές,
- = ἀτμιδώδης, S.E. M. 7.119, Alex.Aphr. Pr. 2.67. Adv. -δῶς Anon.Lond. 22.19, Gal. Nat.Fac. 1.16.
1 que produce emanaciones
(περιττά) τὰ ... ἀτμοειδέστερα κατὰ τὰς ῥαφὰς ἀναθεῖ
2 adv. -ῶς en forma de vapor
ἀ. ... ἀναλαμβάνεται ἡ τροφή
ἀτμο·ειδής, ής, ές, vaporeux, Némés. N.H. 11 (sup. -έστατος) ; Sext.
Étym. ἀτμός, εἶδος.
ἀτμοειδής, ές, dampfartig, Hippocr.