ἀφηρωΐζω
ἀφηρωΐζω, canonize as a hero
ἀφηρωΐζω, aor. -ηρώϊξα, (ἥρως)
- canonize as a hero, IG 12(3).864, al. (Thera).
1 consagrar como héroe, heroizar c. ac. de la pers. consagrada
ὁ δᾶμος ἀφηρώϊζ' Εὐθυμίδα
ἡ πόλις ... Εἰνά[λιον] ... ἀφήρῳσεν
φροντίσαι ... ὅπως ἀφηρωϊσθεῖ Διονύσιος καὶ ἀνατεθεῖ ἐν τῷ ἱερῷ
2 consagrar, dedicar en v. pas.
ναὸν καὶ ἄλσος ἀφηρωϊσμένον
ἀφηρωϊσθήσεται ἡ σορός
3 honrar con una tumba, c. ac. de pers.
αὑτὸν ἀφηρόϊσεν
ἀφηρόϊσα Ῥουφείνα τὸ<ν> ἴ[δ]ιον υἱόν
ἀφηρωΐζω, dor. ἀφηροΐζω, zum Heros machen, Inscr. 2468 ff.