ἀφηλόω
ἀφηλόω, detach
ἀφηλόω, (ἧλος)
- detach, in Pass., Stud.Pal. 22.54.16 (ii A.D.); τοῦ σώματος Porph. Abst. 1.57:—hence Subst. ἀφήλωσις, εως, ἡ, Gloss.
1 arrancar, desclavar
τὴν σιδήρωσιν
εὗρον τὰς ἐπιτεθείσας ὑπ' ἐμοῦ θ[υρ]ίδας τῷ τόπῳ [ἀ]φηλωμέ[ν]ας
ἀφηλωθεὶς ἀπὸ τοῦ σταυροῦ
2 fig. en v. med.-pas. separarse, abstenerse
προσηλωθέντα μὲν ... τῷ θεῷ, ἀφηλωθέντα δὲ τοῦ σώματος
τῆς ἁμαρτίας ἀφηλωθῇ
ἀφ·ηλόω-ῶ, f. ώσω, déclouer, détacher, Porph. Abst. 1, 57.