ἀφηλιώτης
ἀφηλῐώτης, ου, ὁ,
- = ἀπηλιώτης (q.v.), IG 14.1308, Apion ap. J. Ap. 2.2:—hence Adj. ἀφηλῐωτικός, ή, όν, Ptol. Geog. 1.11, Gem. 2.11.
ἀφ·ηλιώτης, ου (ὁ) c. ἀπηλιώτης, Arr. An. 5, 6, 4.
ἀφηλιώτης, zw. L. , = ἀπηλιώτης, Arr. An. 5.6.1, Krüger ἀπ.