ἀφηνιαστικός Save DGE Bailly 2024 ἀφηνιαστικός -ή, -όν rebelde subst. τὸ ἀ. rebeldía τὸ σκιρτητικὸν καὶ ἀφηνιαστικὸν ἀποθεμένους Cyr.Al.M.69.868C, cf. Origenes Io.10.29. ἀφηνιαστικός, ή, όν, rebelle Orig. Étym. ἀφηνιάζω.