ἀφοδευτήριον
ἀφοδευτήριον, night-stool
ἀφοδ-ευτήριον, τό,
- night-stool, Sch. Ar. Pl. 1184.
letrina, retrete
ἀπόπατος λέγεται τὸ ἀ.
• tb. adj.
ἀφοδυτήριοι δίφροι
asientos con bacín
ἀφοδευτήριον, τό, der Abtritt, Schol. Ar. Plut. 1184.