Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀφοιδεῖν
LSJ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀφνιδία
ἀφνίδια
ἀφνίδιος
Ἀφνίτις
ἄφνος
ἀφνός
ἀφνύει
ἀφνύνω
ἀφνύω
ἄφνω
ἄφνως
ἀφοβέω
ἀφόβητος
Ἀφόβητος
ἀφοβία
ἀφοβοποιός
ἄφοβος
Ἄφοβος
ἀφοβόσπλαγνος
ἀφοβόσπλαγχνος
ἀφόβως
ἀφόδευμα
ἀφόδευσις
ἀφοδευτήριον
ἀφοδευτικός
ἀφοδεύω
ἀφόδημα
ἀφόδιοι
ἄφοδος
ἀφοίβαντος
ἀφοιδεῖν
ἀφοίνικτος
ἄφοινος
ἀφοίνους
ἀφοισμός
ἀφοίτητος
ἀφοκνέω
ἀφολίδωτος
ἀφολκή
ἄφολκος
ἀφομαρτέω
ἀφομιλέω
ἀφομοιάζω
ἀφόμοιος
ἀφομοιότης
ἀφομοιόω
ἀφομοίωμα
ἀφομοιωματικός
ἀφομοιωματικῶς
ἀφομοίωσις
ἀφομοιωτέον
ἀφομοιωτικός
ἀφομοιωτικῶς
ἀφοπλίζομαι
ἀφοπλίζω
ἀφοπλισμός
ἀφοπλιστής
ἀφόρασις
ἀφοράω
ἀφόρδιον
ἀφορεί
…
ἀφοιδεῖν
Save
LSJ
DGE
ἀφοιδεῖν·
μὴ φροντίζειν,
Hsch.
(leg.
ἀφειδεῖν
).
ἀφοιδεῖν·
no pensar
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}