ἀφοδευτικός Save ἀφοδευτικός, night-stool LSJ DGE ἀφοδ-ευτικὸς δίφρος night-stool, Gal. 19.104. ἀφοδευτικός -ή, -όν provisto de orinal δίφρος Gal.19.104.