ἀφομοιωτικός
ἀφομοιωτικός, assimilative
ἀφομοι-ωτικός, ή, όν,
- assimilative, δύναμις Procl. in Prm. p.565 S.; διακόσμησις, θεοί, Dam. Pr. 338, 340, Iamb. Myst. 5.11.
que se asimila, asimilativo
ἡ διὰ πυρὸς προσαγωγή
δύναμις
διακόσμησις
θεοί
ἀφομοιωτικός, zum Abbilden, Vergleichen gehörig, geschickt, Sp.