ἀχρήϊστος
inútil
ποτὸν ἀχρήιστον
ἁρμονίην ... ἀχρήιστον ἀνυμφεύτων ὑμεναίων
βίος
σκοπός
•
ἀχρήϊστον ὄλεθρον· μέχρι τοῦ ἐσχάτου καὶ ἀπεράντου
ἀ·χρήϊστος, ος, ον, inutile, Mus. 328 ; Nonn. D. 24, 266, etc.
Étym. ἀ, χρηΐζομαι.
ἀχρήϊστος, unnütz, Mus. 328 ; Nonn. D. 32.55.