ἀχρηματία
ἀχρηματία, want of money
ἀχρημ-ᾰτία, ἡ,
- want of money, Th. 1.11, D.H. 7.24, Eus.Mynd. 7.
falta de dinero, penuria
αἴτιον δ' ἦν οὐχ ἡ ὀλιγανθρωπία τοσοῦτον ὅσον ἡ ἀχρηματία
οἱ μάταιοι τῶν ἀνθρώπων τῶν δὲ σπουδαίων ... ἀχρηματίην καταγνῶσι
ἀχρηματία, ας (ἡ) [μᾰ] manque d’argent, Thc. 1, 11 ; DH. 7, 24 ; Plut. Fab. 2, etc.
Étym. ἀχρήματος.
ἀχρηματία, ἡ, Geldmangel, Armut, Thuc. 1.4 u. oft bei Sp.; auch ἀχρημασία (?), s. Lobeck Phryn. 507.
ἀχρηματία
from ἀχρήματος
- want of money, Thuc.