ἀχρηματέω
ἀχρηματέω, to be without money
ἀχρημ-ᾰτέω,
- to be without money, Hsch. s.v. πένεται.
no tener dinero
ἱκανῶς ὁ δεσπότης ἀχρηματεῖ
ἀχρηματέω, to be without money
no tener dinero
ἱκανῶς ὁ δεσπότης ἀχρηματεῖ