Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἄγαλσις
ἄγαλσις, rejoicing
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀγαλματίτης
ἀγαλματογλύπτης
ἀγαλματογλύφος
ἀγαλματοθήκη
ἀγαλματομική
ἀγαλματοποιέω
ἀγαλματοποιητική
ἀγαλματοποιητικός
ἀγαλματοποιΐα
ἀγαλματοποιία
ἀγαλματοποιικός
ἀγαλματοποιός
ἀγαλματοπώλης
ἀγαλματουργέω
ἀγαλματουργία
ἀγαλματουργική
ἀγαλματουργικός
ἀγαλματουργός
ἀγαλματοφορέω
ἀγαλματοφόρος
ἀγαλματοφώρας
ἀγαλματόω
ἀγαλματώδης
ἀγαλμητόν
ἀγαλμοειδής
ἀγαλμός
ἀγαλμοτυπεῖς
ἀγαλμοτυπεύς
ἀγαλμοτυπής
ἀγάλοχον
ἄγαλσις
ἄγαμαι
Ἀγαμάνα
Ἀγαμέδων
Ἀγαμεμνονέη
Ἀγαμεμνόνειος
Ἀγαμεμνόνεος
ἀγαμεμνόνη
Ἀγαμεμνονίδης
Ἀγαμεμνόνιος
Ἀγαμέμνων
ἀγαμένως
ἀγάμετος
ἀγαμέω
Ἀγαμήδη
Ἀγαμήδης
Ἀγαμηδίδας
Ἀγαμήστωρ
ἀγάμητος
Ἀγαμήτωρ
ἀγαμία
ἀγάμιος
ἀγαμίου
ἀγαμίου δίκη
Ἀγάμμεια
Ἀγαμμεύς
ἄγαμος
Ἀγαμός
ἄγαν
ἄγανα
ἁγάνα
…
ἄγαλσις
Save
ἄγαλσις, rejoicing
LSJ
ἄγαλσις, ἡ,
rejoicing,
EM
9.52.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}