ἀγαλματουργία
ἀγαλματ-ουργία, ἡ,
- = ἀγαλματοποιΐα, Max.Tyr. 33.3.
1 abstr. la escultura Max.Tyr.27.3, Poll.1.13, Thdt.Affect.3.76.
2 concr. imagen plu.
(Ἀδάμ) ἄγαλμα, ἀφ' οὗπερ ἀπευθύνονται πᾶσαι ἀνθρώπων ἀγαλματουργίαι
ἀγαλματουργία, ας (ἡ) la statuaire, la sculpture, M. Tyr. 91, 45 ; 131, 27 Dübn.
ἀγαλματουργία, ἡ, Bildhauerei, Poll. 1.13.