ἀγαλματοποιητικός
ἀγαλματοποιητικός, of or for statuary
ἀγαλματο-ποιητικός, ή, όν,
- of or for statuary, Jul. Gal. 235c: ἀγαλματοποιητική, ἡ, sculpture, [Gal.]14.686.
relativo a la escultura
(τέχνη)
• subst. ἡ ἀ. la escultura Gal.14.686, Eustr.in EN 65.30.