ἀγαλματουργικός Save LSJ DGE ἀγαλματ-ουργικός, ή, όν, = ἀγαλματοποιικός, Max.Tyr. 33.3 ἀγαλματουργικός -ή, -όν escultórico τέχνη Max.Tyr.27.3, Poll.1.13.