ἀγαλματουργική Save Bailly 2024 Pape ἀγαλματουργική, ῆς (ἡ) s. e. τέχνη, c. le préc. M. Tyr. 131, 26 Dübn. ἀγαλματουργική, ἡ, Bildhauerkunst, Poll. 1.13.