ἀγαλματοποιητική Save Bailly 2024 Pape ἀγαλματοποιητική, ῆς (ἡ) s. e. τέχνη, c. le suiv. Gal. 2, 364. ἀγαλματοποιητική, ἡ, Bildhauerkunst, Poll. 1.13.