ἄδαιτρος Save ἄδαιτρος, undivided LSJ DGE Pape ἄδαιτρος, ον, (δαίω B) undivided, Hsch. ἄδαιτρος -ον no dividido Hsch. ἄδαιτρος, = ἀδαίτρευτος.