ἄφανος
ἄφανος, ον,
- dub. sens., λίθος PMag.Par. 2.195.
sent. dud.
λίθος
ἄφανον λαγύνιν
quizá frasco de loza
sent. dud.
λίθος
ἄφανον λαγύνιν
quizá frasco de loza