ἄχθομαι
ἄχθομαι, to be loaded; to be annoyed
- to be loaded, ὅτε δὴ κοίλη νηῦς ἤχθετο Od. 15.457: c. gen., τράπεζα τυροῦ καὶ μέλιτος πίονος ἀχθομένη Xenoph. 1.10: c. dat., ἐλάτην . . ἀχθομένην ὄζοις A.R. 1.1191.
- II mostly of mental oppression, to be vexed, grieved:—Constr.: abs., ἤχθετο γὰρ κῆρ Il. 11.274, cf. A. Pr. 392; ὅτῳ μὴ ἀχθομένῳ εἴη (constr. like ἀσμένῳ, βουλομένῳ ἐστί) X. Cyr. 4.5.21; ἀχθομένην ὀδύνῃσι Il. 5.354; ἄ. τινί at a thing, or with a person, Hdt. 2.103, 3.1, al., Ar. Ach. 62, Pax 119, Th. 6.28, etc.; μοι μὴ ἄχθεσθε λέγοντι τἀληθῆ Pl. Ap. 31e, cf. Men. 99e: with Preps., ἐπί τινι X. HG 7.1.32, etc.; ἐφʼ ἑκάστου Pl. Prm. 130a; περὶ τῶν νεῶν Hdt. 8.99; ὑπέρ τινος Ar. Lys. 10, Pl. Ap. 23e; διά τινα Isoc. 12.17: also c. acc., λίην ἄχθομαι ἕλκος Il. 5.361: c. neut. Adj., τοῦτο X. An. 3.2.20; μεῖζον Pl. Smp. 216c: c. gen., τῆς οἰκίας Plu. Publ. 10: c. part., either of subject, οὐκ ἄχθομαί σʼ ἰδών τε καὶ λαβὼν φίλον S. Ph. 671, cf. Ar. Pl. 234, Th. 1.92, X. Cyr. 3.3.20, Pl. Prt. 342c, etc.; or of object, ἤχθετο δαμναμένους at their being conquered, Il. 13.352; Ἀρίσταρχον στρατηγοῦντʼ ἄ. Eup. 43: but the part. of the object is also put in gen., οὐδὲν ἤχθετο αὐτῶν πολεμούντων he had no objection to . ., X. An. 1.1.8, cf. Th. 1.95: folld. by a relat. clause, ἄ. εἰ . ., or ἤν . ., E. IA 1413, Th. 8.109, Pl. Hp.Ma. 292e; less freq. ἄ. ὅτι . . Ar. Pl. 899, X. Cyr. 3.3.13, Pl. R. 549c.
I c. suj. de cosa ser cargado
ὅτε δὴ κοίλη νηῦς ἤχθετο
• estar cargado de c. gen.
τράπεζα τυροῦ καὶ μέλιτος πίονος ἀχθομένη
ἐλάτην ... ἀχθομένην ὄζοις
II c. suj. gener. de pers.
1 sent. fís. sentirse abrumado por el dolor, sentirse molesto c. ac. de rel., de Agamenón herido
ἤχθετο γὰρ κῆρ
λίην ἄχθομαι ἕλκος
σφόδρα ἄχθεται τὴν εὐνήν
• c. dat.
ἀχθομένη ὀδύνῃσι
ἄχθεται τῇ συνουσίῃ
ἀχθόμενοι τῇ συμφορῇ
ἄχθονται τῷ βίῳ
• tb. c. suj. de partes del cuerpo o heridas
ἐγκέφαλος ... ψυχρῷ μὲν ἄχθεται
τὰ δὲ ἕλκεα θερμῷ ἥδεται ... τῷ ἑτέρῳ ἄχθεται
τὴν κύστιν ... τῇ δριμύτητι τῶν χυμῶν ἀχθομένην
τὸ σῶμα πρὸς ἅπαντα ἄχθεται
2 en sent. no fís. irritarse con c. dat. de pers.
ἄχθομαι 'γὼ πρέσβεσιν
Τριοπίδαισιν ὁ δεξιὸς ἄχθετο δαίμων
τῷ Ἀλκιβιάδῃ ἀχθόμενοι ἐμποδὼν ὄντι σφίσι
μοι ... λέγοντι τἀληθῆ
• c. ac. de rel. irritarse
τούτου φυλάσσου μή ποτ' ἀχθεσθῇ κέαρ
guárdate, no se irrite en su corazónοἶδα μὲν σαφῶς ὅτι ἀχθέσεται
• sentirse molesto, fastidiado o disgustado por c. n. de abstr.: en dat. instrum. acompañado de una determ. pers.
τῇ πλάνῃ αὐτοῦ
τῇ δυνάμι τῶν Περσέων
τῇ ἀμελείῃ τῶν τετρωμένων
τῇ βλάβῃ τῆς ἀγέλης
τῷ ὑποχειρίαν μοι εἶναι
ἐγὼ δὲ τὴν ἀναβολὴν ἠχθόμην
• c. un part. pred. del suj.
οὐκ ἄχθομαί σ' ἰδών
οὐκ ἀχθέσει παθών
ἤχθετο δὲ ὡς ἀποτυχών
ἄχθομαι ὅτι ... πάσχω
ἄχθομαι ... εἰ μή σε σώσω
οὐκ ἀχθέσῃ, ἂν εἴπω ταῦτα;
¿no te disgustarás si digo eso?
• c. n. de pers.: en ac. acompañado de part. pred.
Ἀργείους ... ἤχθετο γάρ ῥα Τρωσὶν δαμναμένους
ἥδη γὰρ Ἀρίσταρχον στρατηγοῦντ' ἄχθομαι
ἄχθομαι ὑμῖν, ἥνικ' ...
βιαίου ὄντος αὐτοῦ ... ἤχθοντο
οὐδὲν ἤχθετο αὐτῶν πολεμούντων
πόλλ' ὑπὲρ ἡμῶν τῶν γυναικῶν ἄχθομαι
κατὰ τῶν στρατηγῶν
• c. n. de concr.: en gen. o gen. y prep.
ἀ. περὶ τῶν νεῶν
ἐφ' ἑκάστου
τῆς οἰκίας
• usos abs.
πολὺ μεῖζον ἂν ἀχθοίμην
ἧσσον ἀχθεσθῆναι
•V. ἄχθος.
1. beladen zijn:
2. overdr. moeilijk verdragen, het erg vinden, gekweld worden (door), zich ergeren (aan), met dat. van zaak:
1) belastet, beschwert sein ; νηῦς ἤχθετο τοῖσι νέεσθαι, ihr Schiff war zur Abfahrt befrachtet, Od. 15.457 ; übertr., ἀχθομένην ὀδύνῃσι, mit Schmerzen beladen, Il 5.354 ; ἄχθομαι ἕλκος, ich bin (in Beziehung auf) durch die Wunde belästigt, 5.361 ; ἤχθετο κῆρ, er empfand Schmerz im Herzen, 11.274, 400 ; von Gemütszuständen, sich belästigt fühlen, unwillig, betrübt sein über etwas, zürnen auf Einen, neben βαρέως φέρω Ar. Eccl. 174 ; Ggstz ἥδομαι Xen. Hell. 5.2.7 ; am gewöhnlichsten τινί, τοῖς παροῦσι, Soph. Phil. 970 ; τῇ πλάνῃ Her. 2.103 ; τῷ δεσπότῃ Plat. Gorg. 510d ; τοῖς πρέσβεσι Ar. Ach. 62 ; οἱ μάλιστα τῷ Ἀλκιβιάδῃ ἀχθόμενοι Thuc. 6.28 ; τοῖς γεγενημένοις Xen. An. 7.6.10 ; ἐπί τινι ; von Sachen, ἐπὶ τῷ φρονήματι Hell. 7.1.32, wie Mem. 2.4, 3 u. oft Plut.; seltener ἐφʼ ἑκάστου, Plat. Parm. 130a ; περί τινος Her. 8.99 ; ὑπέρ τινος, sich in Jemandes Namen ärgern, Ar. Lys. 10 ; Plat. Apol. 23e ; mit acc., wie oben ἕλκος, so τοῦτο, ὅτι, Xen. An. 3.2.20, wozu noch ein partic. tritt, ἤχθετο δαμναμένους. er betrübte sich, daß sie besiegt würden, Il. 13.352 ; Ἀρίσταρχον στρατηγοῦντα Eupol. beim Schol. zu d. St.; τοιούτους κωμῳδουμένους Xen. Ath. 2.18 ; mit gen. abs., ἤχθετο ἐκείνων πολεμούντων An. 1.1, 8 ; ἄχθομαι ἰδών, es ist mir unangenehm zu sehen, daß ich sehe, Soph. 671 ; ἄχθομαι ἁμαρτάνων, ich ärgere mich, daß ich verfehle, Thuc. 1.92 ; ἄχθομαι εἰσιών Ar. Plut. 234 ; λάθρα συγγινόμενοι Plat. Prot. 342c ; vgl. Xen. Cyr. 3.3.20 ; umgekehrt, οὐκ ἀχθόμενοι πλανώμεθα, nicht ungern, 1.3.5. Sonst folgen noch ὅτι, Ar. Plut. 899 ; Xen. Cyr. 3.3.13 ; εἰ, ἐάν, Xen. Cyr. 8.4.9 ; Eur. I.A. 1414. Erst Sp., wie Plut., haben auch den bloßen gen.
[ἄχθος.]
- 1
Of a ship, to be laden, have her cargo on board Od. 15.457.
- 2
To be weighed down, be in pain or grief: ὀδύνῃσιν Il. 5.354, ἕλκος (app. acc. of part affected, in the wound) 361, κῆρ (in his heart) Il. 11.274 = 400.
With pple. in acc. expressing the cause of grief: ἤχθετο Ἀργείους] δαμναμένους Il. 13.352.
- 1
- Ito be loaded, νηῦς ἤχθετο Od.
- IIof mental oppression, to be weighed down, vexed, annoyed, grieved, Hom.; τινι at a thing, or with a person, Hdt., etc.; so, ἐπί τινι Xen.; περί τινος Hdt.; ὑπέρ τινος Plat.:—also c. acc., ἄχθομαι ἕλκος Il.;—also c. part., either of subject, as ἄχθομαι ἰδών Soph.; or of object, ἤχθετο δαμναμένους at their being conquered, Il.; but the object is also in gen., οὐδὲν ἤχθετο αὐτῶν πολεμούντων he had no objection to going to war, Xen.
-
…ῥᾳδίως ὑμῖν γενήσεται, ὦ ἄνδρες, ἀλλʼ ἐὰν ἐμοὶ πείθησθε, φείσεσθέ μου · ὑμεῖς δʼ ἴσως τάχʼ ἂν ἀχθόμενοι, ὥσπερ οἱ νυστάζοντες ἐγειρόμενοι, κρούσαντες ἄν με, πειθόμενοι Ἀνύτῳ, ῥᾳδίως ἂν ἀποκτείναιτε, εἶτα τὸν λοιπὸν…
Plato, Apology
-
…οὐ γὰρ ἐλανθάνομεν ἡμᾶς αὐτοὺς ὄντες θνητοί · ὥστε τί δεῖ, ἃ πάλαι προσεδοκῶμεν πείσεσθαι, ὑπὲρ τούτων νῦν ἄχθεσθαι, ἢ λίαν οὕτω βαρέως φέρειν ἐπὶ ταῖς τῆς φύσεως συμφοραῖς, ἐπισταμένους ὅτι ὁ θάνατος κοινὸς καὶ τοῖς χειρίστοις…
Lysias, Speeches
-
…δοκεῖ οὖν μοι, ὁ θυρωρός, εὐνοῦχός τις, κατήκουεν ἡμῶν, κινδυνεύει δὲ διὰ τὸ πλῆθος τῶν σοφιστῶν ἄχθεσθαι τοῖς φοιτῶσιν εἰς τὴν οἰκίαν · ἐπειδὴ γοῦν ἐκρούσαμεν τὴν θύραν, ἀνοίξας καὶ ἰδὼν ἡμᾶς, ἔα, ἔφη…
Plato, Protagoras
-
…τὰ πολιτικὰ πράγματα, πάλαι ἂν ἀπολώλη καὶ οὔτʼ ἂν ὑμᾶς ὠφελήκη οὐδὲν οὔτʼ ἂν ἐμαυτόν. καί μοι μὴ ἄχθεσθε λέγοντι τἀληθῆ · οὐ γὰρ ἔστιν ὅστις ἀνθρώπων σωθήσεται οὔτε ὑμῖν οὔτε ἄλλῳ πλήθει οὐδενὶ γνησίως ἐναντιούμενος καὶ διακωλύων πολλὰ…
Plato, Apology
-
…ἀναμνῆσαι πειράσομαι. Θέογνις γὰρ καὶ Πείσων ἔλεγον ἐν τοῖς τριάκοντα περὶ τῶν μετοίκων, ὡς εἶέν τινες τῇ πολιτείᾳ ἀχθόμενοι · καλλίστην οὖν εἶναι πρόφασιν τιμωρεῖσθαι μὲν δοκεῖν, τῷ δʼ ἔργῳ χρηματίζεσθαι · πάντως δὲ τὴν μὲν πόλιν πένεσθαι…
Lysias, Speeches
-
…ὁ τῆς Ἀσίας βασιλεύς, καταφρονήσας μὲν τῆς Ἑλλάδος, ἐψευσμένος δὲ τῆς ἐλπίδος, ἀτιμαζόμενος δὲ τῷ γεγενημένῳ, ἀχθόμενος δὲ τῇ συμφορᾷ, ὀργιζόμενος δὲ τοῖς αἰτίοις, ἀπαθὴς δʼ ὢν κακῶν καὶ ἄπειρος ἀνδρῶν ἀγαθῶν, δεκάτῳ ἔτει…
Lysias, Speeches
-
…καὶ σφοδρῶς διαβάλλοντες. ἐκ τούτων καὶ Μέλητός μοι ἐπέθετο καὶ Ἄνυτος καὶ Λύκων, Μέλητος μὲν ὑπὲρ τῶν ποιητῶν ἀχθόμενος, Ἄνυτος δὲ ὑπὲρ τῶν δημιουργῶν καὶ τῶν πολιτικῶν, Λύκων δὲ ὑπὲρ τῶν ῥητόρων · ὥστε, ὅπερ ἀρχόμενος…
Plato, Apology
-
…τὴν μὲν πρὸς ἑαυτὸν ἐπιβουλὴν οὐκ ᾐσθάνετο, Τισσαφέρνει δʼ ἐνόμιζε πολεμοῦντα αὐτὸν ἀμφὶ τὰ στρατεύματα δαπανᾶν · ὥστε οὐδὲν ἤχθετο αὐτῶν πολεμούντων. καὶ γὰρ ὁ Κῦρος ἀπέπεμπε τοὺς γιγνομένους δασμοὺς βασιλεῖ ἐκ τῶν πόλεων ὧν Τισσαφέρνους ἐτύγχανεν ἔχων .…
Xenophon, Anabasis
-
…ὣς ὀξεῖʼ ὀδύναι δῦνον μένος Ἀτρεΐδαο. ἐς δίφρον δʼ ἀνόρουσε, καὶ ἡνιόχῳ ἐπέτελλε νηυσὶν ἔπι γλαφυρῇσιν ἐλαυνέμεν · ἤχθετο γὰρ κῆρ. ἤϋσεν δὲ διαπρύσιον Δαναοῖσι γεγωνώς · ὦ φίλοι Ἀργείων ἡγήτορες ἠδὲ μέδοντες ὑμεῖς μὲν νῦν νηυσὶν ἀμύνετε…
Homer, Iliad
-
…φίλε κασίγνητε κόμισαί τέ με δός τέ μοι ἵππους, ὄφρʼ ἐς Ὄλυμπον ἵκωμαι ἵνʼ ἀθανάτων ἕδος ἐστί. λίην ἄχθομαι ἕλκος ὅ με βροτὸς οὔτασεν ἀνὴρ Τυδεΐδης, ὃς νῦν γε καὶ ἂν Διὶ πατρὶ μάχοιτο. ὣς φάτο ,…
Homer, Iliad