ἐγκαίνωσις Save DGE Bailly 2024 Pape ἐγκαίνωσις -εως, ἡ consagración τοῦ θυσιαστηρίου LXX Nu.7.88. ἐγ·καίνωσις, εως (ἡ) v. ἐγκαίνισις. Étym. *ἐγκαινόω, de ἐν, καινόω. ἐγκαίνωσις, ἡ, v.l. für ἐγκαίνισις.