ἐγκαλλώπισμα
ἐγκαλλώπισμα, an ornament, decoration
ἐγκαλλώπ-ισμα, ατος, τό,
- ornament, decoration, Th. 2.62, Plot. 3.5.9, Them. Or. 6.83c; of a person, γένους Agath. Praef. p.135 D.
adorno, gala, lujo
ἑ. πλούτου
lujo de ricoἐ. τῆς Ῥωμαίων ἡγεμονίας
(ὁ καθαρὸς βίος) ζωῆς ἐ.
• de pers. honor, gloria
τοῦ τῶν Φλωριδῶν γένους
τὴν Ἀντιοχείας ἅλωσιν ἐ. τι ... ἑαυτῷ περιτίθησιν
ἐγκαλλώπισμα, ατος (τὸ) ornement, Thc. 2, 62.
Étym. ἐγκαλλωπίζομαι.
ἐγκαλλώπισμα, τό, das womit man schön tut, prunkt ; πλούτου, Prunk des Reichtums, Thuc. 2.62 ; Sp., wie Themist.
ἐγκαλλώπισμα
from ἐγκαλλωπίζομαι
ἐγκαλλώπισμα, ατος, τό,
- an ornament, decoration, Thuc.