ἐγκαιριότης
ἐγκαιρ-ιότης, ητος, ἡ,
- = ἐγκαιρία, Sch. E. Ph. 471.
oportunidad, momento oportuno
τὰ δίκαια ἔχει ἰσχὺν καὶ ἐγκαιριότητα
ἐγκαιριότης, ητος, ἡ, die gelegene, rechte Zeit, das Angemessene, Schol. Eur. Phoen. 471.