ἐγκαίριος
ἐγκαίριος, timely
ἐγκαίρ-ιος, ον,
- = ἔγκαιρος, Pl. Ti. 51d (Sup.), PGrenf. 1.64.
propicio, oportuno
τοῦτο μάλιστα ἐγκαιριώτατον γένοιτ' ἄν
• neutr. subst. τὸ ἐ. momento propicio
σὺν θεῷ εὑρίσκω ἐγκαίριειον (sic)