ἐγκαλυπτέος
ἐγκαλυπτέος, fit to be veiled, hidden
ἐγκᾰλ-υπτέος, α, ον,
- fit to be veiled, hidden, Ap. Ty. Ep. 18.
que debe ocultarse, esconderse
ἐ. ἕκαστος ὁ ματαίως ἐν δόξῃ γενόμενος
ἐγκαλυπτέος, α, ον [ᾰ] vb. d’ἐγκαλύπτω, A. Tyan. 391.