ἐγκατασκιρόομαι
ἐγκατασκιρόομαι, to be engrained
ἐγκατα-σκιρόομαι, Pass.,
- to be engrained, κηλῖδας ἐγκατεσκιρωμένας Hipparch. ap. Stob. 4.44.81.
ἐγκατασκιρόομαι, to be engrained