ἐγκαταπνίγω
ἐγκαταπνίγω, suffocate in
ἐγκατα-πνίγω [ῑ],
- suffocate in, Gal. 7.673:—Pass., aor. inf. -πνῐγῆναι Diocl. Fr. 55.
asfixiar en v. pas.
καὶ οὕτω κινδυνεύειν τὸ πᾶν ἐγκαταπνιγῆναι
• sofocar en v. pas., del calor innato del cuerpo
τῷ πλήθει τῆς ὑγρότητος
• fig. de la mortificación
ψυχὰς ἑαυτοῖς ἐγκαταπνίγοντες