ἐγκατασήπομαι
ἐγκατασήπομαι, grow rotten
ἐγκατα-σήπομαι,
- grow rotten or corrupt in, Hp. Mul. 1.63, E. ap. Stob. 3.41.
pudrirse dentro, corromperse
τὸ παιδίον
en la matrizπολλὰ ... αὐτῷ (τῷ στόματι) ἀπόρρητα ἐγκατεσάπη
τὸν ὅλον βίον τούτοις ... πόνοις ἐγκατασαπείς
ἐγ·κατασήπομαι (ao. 2, 3 sg. ἐγκατεσάπη) se pourrir, Stob. Fl. 2, 95.
Étym. ἐν, κ.
ἐγκατασήπομαι, darin faulen, Sp.