ἐγκατασβέννυμι
ἐγκατασβέννυμι, quench in
ἐγκατα-σβέννῡμι or ἐγκατασβεννύω,
- quench in a thing, τὸ λογικὸν ἐγκατέσβεσται τῆς ψυχῆς Plu. Sollert. 2.975c, cf.987d.
ἐγ·κατασβέννυμι [ῡ] f. -σβέσω, éteindre dans, dat. Plut. M. 975c (pf. pass. 3 sg. -κατέσβεσται) ; 987d (ao. pass. sbj. 3 sg. -κατασβεσθῇ).
Étym. ἐν, κ.
ἐγκατασβέννυμι, [ῡ], (σβέννυμι), darin auslöschen, μέχρις ἂν ὥσπερ πῦρ ἐγκατασβεσθῇ Plut. Gryll. 4.