ἐγκατασκευάζω
ἐγκατασκευάζω, prepare in
- prepare in a place, ἐν ταῖς πόλεσι προδότας D.S. 16.54; but the Prep. ἐν freq. has little force, Id. 2.24 (s.v.l.), 14.91.
I en v. act.
1 c. suj. de pers. promover, organizar
φιλίαν ... πρὸς ἕκαστον
στάσεις
συνέδριον
ἐν ταῖς πόλεσι προδότας
2 c. ac. de abstr. o realidades inmateriales poner, asentar en, instaurar c. dat.
ὁ θεὸς ... φόβον ... πάσῃ διανοίᾳ
θεὸς ... τοῖς εὐτελέσι καὶ μικροῖς ... δυνάμεις
ἡ ἐπιθυμία ... (ψυχῇ) μανίαν ἀκάθεκτον
λόγος ... αὐτοῖς
ἀνάγκη ... διὰ τούτων καὶ ὑλικὸν αὐτὸν (θεόν) ἐγκατασκευάζεσθαι
ἡμῶν ἐν τῷ κρυπτῷ ζυγός τις ... ἐγκατασκευασθείς
3 fil. establecer, fijar
τὰς ἐκείνου τοῦ συλλογισμοῦ ... προτάσεις
• en v. med. mismo sent.
νοῦς ἐστιν ὁ τὰς ... προτάσεις ἐγκατασκευαζόμενος
II en v. med. equipar
οὓς πάντας ἐκ τῶν ... παλαιῶν ὅπλων ἐγκατασκευαζόμενος ὥπλιζεν