ἐγκολάπτω
ἐγκολάπτω, to cut
- cut or carve upon stone, ἐ. γράμματα ἐς τὸν τάφον Hdt. 1.187, cf. IG 1(2).313.166; ἐν τᾷ στάλᾳ ib. 12(1).694.9 (Camirus); τύποι ἐν πέτρῃσι ἐγκεκολαμμένοι, γράμματα ἐν λίθῳ ἐγκ., Hdt. 2.106, 136, al., cf. LXX 3 Ki. 6.33(35); ἐπὶ τρίποσι Hdt. 5.59; ἐπὶ πίνακος Suid. s.v. βοῦς ἕβδομος; εἰς τὸ μέτωπον Plu. Per. 21: metaph., [νόμους] ἡ φύσις κατὰ μέσης ἐνεκόλαψε τῆς ψυχῆς Lib. Decl. 43.49.
grabar a escoplo textos o relieves, esp. sobre piedra o superficie de metal, gener. c. giro prep., excep. c. dat.:
a) sobre piedra
γρά]μμ[α]τα
ἐς τὸν τάφον γράμματα λέγοντα τάδε·
τό τε ψήφισμα τόδε καὶ τὸν στέφανον ... εἰς στήλην
τὰς κτοίνας ... ἐν τᾷ στάλᾳ
γράμματα ἐν λίθῳ ἐγκεκολαμμένα λέγοντα τάδε
τύποι ἐν πέτρῃσι
εἰς πέτραν ... οὗ τρίπους ἐνκεκόλαπται
στήλας λιθίνας ἐκκεκολαμμένας (l. ἐγκ-) τοῖς θ' ἑλληνικοῖς ... γράμμασιν
αἱ διαδοχαὶ ταῖς δημοσίαις ... κύρβεσιν
b) sobre bronce
τῶν Λακεδαιμονίων ἣν ἔδωκαν αὐτοῖς προμαντείαν εἰς τὸ μέτωπον ἐγκολαψάντων τοῦ χαλκοῦ λύκου
ἔπι τε τῷ τροπαίῳ ... ἐλέφαντα
γράμματα ... ἐπὶ τρίποσι τρισὶ ἐγκεκολαμμένα
c) sobre madera, figuras en relieve, LXX 3Re.6.32, cf. 35,
σήματα ... ἐγκεκολαμμένα πίνακι πτυκτῷ
d) fig.
οὓς (νόμους) ἡ φύσις αὐτὴ κατὰ μέσης ἐνεκόλαψε τῆς ψυχῆς
ἐν καρδίαις αὐτὰς (Γραφάς)
ἀπορρυπτόμενοι σπίλους τοὺς ἐν τοῖς στάθεσιν ἁμῶν ἐγκεκολαμμένους
- to cut or carve upon stone, Hdt.