Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐγκολεάομαι
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐγκοιλαίνω
ἐγκοιλάομαι
ἐγκοίλιος
ἔγκοιλος
ἐγκοιμάομαι
ἐγκοίμηθρον
ἐγκοίμησις
ἐγκοιμητήριος
ἐγκοιμήτριον
ἐγκοιμήτριος
ἐγκοίμητρον
ἐγκοιμήτωρ
ἐγκοιμίζω
ἐγκοιοτός
ἐγκοισυρόομαι
ἐγκοιτάζομαι
ἐγκοιτάομαι
ἐγκοιτάς
ἐγκοιτάω
ἐγκοιτέω
ἐγκοίτιος
ἐγκοιτίς
ἔγκοιτος
ἐγκοιωτός
ἐγκολαβίζω
ἐγκόλαμμα
ἐγκολαπτός
ἐγκόλαπτος
ἐγκολάπτω
ἐγκόλαψις
ἐγκολεάομαι
ἐγκολεήσατο
ἐγκοληβάζω
ἐγκολλάω
ἐγκόλλησις
ἔγκολλος
ἐγκόλλουρα
ἐγκόλοβος
ἐγκολπέομαι
ἐγκολπίας
ἐγκολπίας ἄνεμος
ἐγκολπίζω
ἐγκόλπιος
Ἐγκόλπιος
ἐγκολπισμός
ἐγκολπιστέον
ἐγκολπόω
ἐγκολυμβάω
ἐγκομβόομαι
ἐγκόμβωμα
ἔγκομμα
ἐγκομπάζω
ἐγκονέω
ἐγκονητί
ἐγκονίζομαι
ἐγκόνιμα
ἐγκονίομαι
ἐγκονίς
ἐγκονιστάς
ἐγκονιστής
ἔγκονος
…
ἐγκολεάομαι
Save
DGE
ἐγκολεάομαι
envainar
,
enfundar
el arma, Hsch., Phot., Sud.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}