ἐγκοπιάω
ἐγκοπιάω, labour without ceasing
ἐγ-κοπιάω,
- labour without ceasing, ἔργων ἐπιμελείαις καὶ κατασκευαῖς IPE 12.40.21 (Olbia).
esforzarse
ἔργων τε ἐπιμελείαις καὶ κατασκευαῖς ἐνεκοπίασεν