Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐγκοσμογενεῖς
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐγκολυμβάω
ἐγκομβόομαι
ἐγκόμβωμα
ἔγκομμα
ἐγκομπάζω
ἐγκονέω
ἐγκονητί
ἐγκονίζομαι
ἐγκόνιμα
ἐγκονίομαι
ἐγκονίς
ἐγκονιστάς
ἐγκονιστής
ἔγκονος
ἐγκόνως
ἐγκοπεύς
ἐγκοπή
ἐγκοπιάω
ἔγκοπος
ἔγκοπρος
ἐγκοπτικός
ἐγκόπτω
ἐγκορδυλέω
ἐγκορδυλίζω
ἐγκορύπτομαι
ἐγκορύπτω
ἐγκορυφόομαι
ἐγκοσμέω
ἐγκόσμιος
ἐγκοσμίως
ἐγκοσμογενεῖς
ἐγκοσμογενής
ἔγκοσμος
ἐγκοτέω
ἐγκότημα
ἐγκότησις
ἐγκοτητικός
ἐγκότιος
ἔγκοτον
ἔγκοτος
ἐγκότραφος
ἐγκοτύλη
ἐγκότως
ἐγκουράς
ἔγκοψις
ἐγκραγγάνω
ἐγκραδιαῖος
ἐγκράζω
ἐγκραιπαλάω
ἐγκραιπαλίζω
Ἐγκραναί
ἐγκράνιον
ἐγκρανίς
ἔγκρανον
ἔγκρανος
ἔγκρασις
ἐγκρασίχολος
ἐγκράτεια
ἐγκράτευμα
ἐγκρατεύομαι
ἐγκρατευτής
…
ἐγκοσμογενεῖς
Save
LSJ
ἐγκοσμογενεῖς·
τοὺς ἅμα τῷ κόσμῳ ἐγκριθέντας,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}