ἐκβλητέον
ἐκβλητέον, one must reject
ἐκ-βλητέον, (ἐκβάλλω)
- one must reject, μύθους Pl. R. 377c; one must get rid of, Orib. Fr. 130.
- 2 Medic., ἐ. διαιρέσεις one must make incisions, Antyll. ap. Aët. 7.74.
1 hay que rechazar, hay que desechar
τοὺς πολλούς (μύθους)
τὴν φιλοκοσμίαν
2 hay que expulsar, hay que sacar
τὰς δὲ (βδέλλας) τῷ βρόγχῳ προσφυείσας
τὰς ἀσθενεῖς (δαμάλεις) ... ἐκ τῶν βουκολίων
• hay que eliminar
τοὺς τέσσαρας στίχους
ἐκβλητέον, vb. d’ἐκβάλλω, Plat. Rsp. 377c ; Clém. 244.