Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἔκβλυσις
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐκβιασμός
ἐκβιαστής
ἐκβιαστικός
ἐκβιάω
ἐκβιβάζω
ἐκβιβασμός
ἐκβιβαστήρια
ἐκβιβαστής
ἐκβιβαστικός
ἐκβιβρώσκω
ἔκβιος
ἐκβιούζει
ἐκβιόω
ἐκβλαστάνω
ἐκβλαστέω
ἐκβλάστημα
ἐκβλάστησις
ἐκβλασφημέω
ἐκβλέπω
ἐκβλήσιμος
ἐκβλήσκομαι
ἐκβλητέον
ἐκβλητέος
ἐκβλητικός
ἔκβλητος
ἐκβλητρία
ἐκβλίζω
ἐκβλίσαι
ἐκβλιστέος
ἐκβλύζω
ἔκβλυσις
ἔκβλυσμα
ἐκβλυστάνω
ἐκβλύω
ἐκβλώσκω
ἐκβοάω
ἐκβοή
ἐκβοήθεια
ἐκβοηθέω
ἐκβοήθησις
ἐκβόησις
ἐκβοητικός
ἐκβόητος
ἐκβοθρεύω
ἐκβοθρόω
ἐκβολάς
ἐκβολβέω
ἐκβολβίζω
ἐκβόλειον
ἐκβόλειος
ἐκβολεύς
ἐκβολή
ἐκβολία
ἐκβολίζεται
ἐκβολιμαῖος
ἐκβόλιμος
ἐκβόλιον
ἐκβόλιος
ἔκβολος
ἐκβομβέω
ἐκβόμβησις
…
ἔκβλυσις
Save
Pape
ἔκβλυσις
, ἡ,
das Herausquellen, -dringen
, Eust.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}