ἐκγοητεύω
ἐκγοητεύω, bewitch, beguile thoroughly
ἐκγοητεύω, strengthd. for γοητεύω, Gorg. Hel. 14, J. BJ 1.11.3.
engatusar, hechizar c. dat.
οἱ δὲ (λόγοι) πειθοῖ τινι κακῇ τὴν ψυχὴν ἐφαρμάκευσαν καὶ ἐξεγοήτευσαν
Ἡρώδην ... πολλαῖς ἀπολογίαις καὶ ὅρκοις
ἐκ·γοητεύω (ao. part. -εύσας) ensorceler, Jos. B.J. 1, 11, 3.
ἐκγοητεύω, verstärktes γοητεύω, Jos., neben φαρμακεύω. Gorg. Hel. enc. p. 98.