ἐκγλύφω
ἐκγλύφω, to scoop out
- scoop out, τὸν χόνδρον Meges ap. Orib. 44.24.1: pf. Pass. ἐξέγλυμμαι Pl. R. 616d; part. ἐκγεγλυμμένη Gal. 18(2).618.
- II hatch, τὰ νεόττια Ael. NA 2.33:—Med., ᾠὰ ἐξεγλύψαντο Plu. TG 17:—also intr. in Act., τὰ ᾠὰ διὰ καʹ (sc. ἡμερῶν) ἐκγλύφει Gp. 14.7.28.
I
1 vaciar, ahuecar
καὶ ἐάν τις ἐκγλύψας θῇ λίθον εἰς τὸ δένδρον
ἐκγλύφειν κυαθίσκῳ μηλωτρίδος τὸν ἐγκείμενον ὄγκον
τυρὸς ἐξεγλυμμένος
queso agujereadoσφόνδυλος κοῖλος καὶ ἐξεγλυμμένος
μία (κορώνη) ... καθάπερ ἐκγεγλυμμένη κατὰ τὸ μέσον αὐτοῦ τροχηλίᾳ παραπλησίως
• cirug. legrar
ἐξέγλυψεν ἡ φύσις ἑκατέρωθεν τὸ τοῦ βραχίονος ὀστοῦν
τὸ χόνδρον
• hacer salir del cascarón rompiéndolo
τὰ νεόττια
• cascar, romper el cascarón
τὰ ᾠὰ ἐκγλύφει (ἡ ὄρνις)
2 tallar, grabar
ἐπὶ δὲ τῆς τραπέζης μαίανδρον ἐξέγλυψαν
ἐκεῖνα (ζῷα) διὰ τῆς τορείας ἐκγλύφουσι τοῦ λίθου
γράμμα
II en v. med. cascarse, abrirse
καὶ ταῦτ' ἐξεγλύψαντο (τὰ ᾠά)
1. uithollen; pass.:
2. uitbroeden;
2) ausbrüten, τὰ νεόττια Ael. H.A. 2.33 ; so auch im med., τὰ ᾠὰ ἐξεγλύψαντο Plut. T.Gracch. 17. Vgl. ἐκκολάπτω.
- Ito scoop out: irr. perf. pass. ἐξέγλυμμαι Plat.
- IIto hatch, Plut.